Η άγρια ελιά ή αγριελιά είναι ο πρόγονος της σημερινής ελιάς και φυτρώνει σχεδόν σε όλη την Μεσόγειο όπου το κλίμα ευνοεί την καλλιέργεια της ελιάς. Αγριελιές υπάρχουν σε μεγάλο αριθμό σε ακαλλιέργητες εκτάσεις ανάμεσα σε ελαιώνες και φυτρώνουν στις ρίζες ήμερων δέντρων.

Η άγρια ελιά είναι γνωστή από την αρχαιότητα, αφού πριν από την εξημέρωση της η οποία πιθανολογείται ότι έγινε στην Κρήτη την μινωική εποχή, μαζεύονταν κατά την Νεολιθική εποχή ως τροφή. Αργότερα λέγεται ότι οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες έφτιαχναν λάδι από αυτές και το κρατούσαν για προσωπική τους χρήση. Στη συνέχεια των αιώνων το λάδι της αγριελιάς ξεχάστηκε.

Το φύλλωμα της είναι μικρό, η ανάπτυξη της αργή και οι καρποί της μικροί με μικρή απόδοση σε ελαιόλαδο και έχουν κόκκινη σάρκα σε αντίθεση με τις ήμερες που η σάρκα τους έχει λευκό χρώμα. Την στιγμή που χρειάζονται κατά μέσο όρο 4 με 6 κιλά ήμερης ελιάς για την παραγωγή ελαιόλαδου, για την αγριελιά χρειάζονται 15 με 20 κιλά καρπού. Γι αυτό το λόγο η παραγωγή ελαιόλαδου από άγρια ελιά έχει ξεχαστεί και γίνεται μόνο από ελάχιστους παραγωγούς στον κόσμο.

Το ελαιόλαδο από άγρια ελιά έχει ιδιαίτερη γεύση. Οι γευσιγνώστες ελαιόλαδου δεν ξέρουν πως να το περιγράψουν. Η γεύση του θυμίζει πολύ άγρια φύση. Τα οργανοληπτικά συστατικά που διαθέτει και η σύσταση τους φαίνεται να είναι αρκετά διαφορετικά από αυτά του ήμερου ελαιόλαδου. Έχει τα ίδια λιπαρά οξέα όμως έχει μεγαλύτερο αριθμό φαινολικών ενώσεων, βιταμίνης Ε, αντιοξειδωτικών, ω-3 και ω-6 λιπαρά.