Σε αντίθεση με άλλα προϊόντα όπως το κρασί, το ελαιόλαδο δεν βελτιώνεται με το χρόνο. Η απάντηση όμως στο πόσο καιρό ένα εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο θα παραμείνει έξτρα παρθένο, εξαρτάται από πολλούς παράγοντες.

Για αρχή, όπως γνωρίζουμε κάθε ελαιόλαδο είναι πολύ διαφορετικό από τα υπόλοιπα ακόμα και αν προέρχεται από την ίδια σοδειά άλλης χρονιάς. Το αντιοξειδωτικό περιεχόμενό τους, συνήθως μετράται ως πολυφαινόλες, ποικίλλει σημαντικά σε κάθε ελαιόλαδο, από το διπλάσιο έως το τριπλάσιο. Αυτές οι πολυφαινόλες δεν είναι μόνο ευεργετικές για την ανθρώπινη υγεία, συμβάλλουν επίσης στη μεγαλύτερη διάρκεια ζωής του λαδιού.

Υπάρχουν, επίσης, «φιλτραρισμένα» και «αφιλτράριστα» ελαιόλαδα στην αγορά, με πλεονεκτήματα που προσδίδουν αξία και στα δύο. Η φίλτρανση απομακρύνει υπολείμματα νερού και ιζήματα που έχουν απομένει από τον καρπό της ελιάς, παρατείνοντας τη ζωή του ελαιόλαδου. Αυτά τα δύο στοιχεία όμως συνδέονται με την «φρεσκάδα» του ελαιόλαδου, και στις διεθνής αγορές πωλούνται ως φρέσκο ελαιόλαδο, επιβάλλοντας όμως τη κατανάλωση του από τρεις έως έξι μήνες το αργότερο μετά τη συγκομιδή.

Ένας άλλος παράγοντας είναι οι συνθήκες αποθήκευσης. Μία διάφανη φιάλη ελαιόλαδου στο ράφι καταστήματος ή στο ντουλάπι της κουζίνας θα μειώσει τη διάρκεια ζωής του έξτρα παρθένου ελαιόλαδου. Η έκθεση στο φως και σε θερμοκρασίες υψηλότερες από 21 βαθμούς Κελσίου είναι οι βασικότεροι παράγοντες για την μείωση της ποιότητας του.

Τέλος, άλλη μια σημαντική αιτία της αλλοίωσης της ποιότητας του είναι επαφή του με τον αέρα, η οποία οδηγεί σε οξείδωση.