Η Κρήτη αποτελεί ένα φυτικό παράδεισο όπου έχουν καταγραφεί 1.742 είδη φυτών από τα οποία τα 159 είναι ενδημικά της Κρήτης. Από αυτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα βότανα της που καλύπτουν από τα πιο ξηρά και άνυδρα μέρη της μέχρι τα δάση και τα φαράγγια.

Από την αρχαιότητα οι Έλληνες εκτιμούσαν τις αναλγητικές και θεραπευτικές ικανότητες των βοτάνων. Ο Έλληνας θεραπευτής και πατέρας της Ιατρικής, Ιπποκράτης αναγνωρίζοντας αυτές τις ικανότητες και την διατροφική τους αξία είχε καταγράψει τη χρήση περίπου 400 βοτάνων και αρωματικών φυτών για τη θεραπεία διαφόρων ασθενειών. Καθώς πίστευε ότι η υγεία του ανθρώπινου οργανισμού σχετίζεται με τη ισορροπία που πρέπει να υπάρχει στα βασικά στοιχεία μέσα στο σώμα του και τα βότανα αποτελούσαν μέσο αποκατάστασης αυτής της ισορροπίας.

Ειδικά η Κρήτη παρουσιάζει έντονο βοτανολογικό ενδιαφέρον λόγω της πλούσιας βιοποικιλότητας της χλωρίδας με μεγάλο αριθμό ενδημικών φυτών, δηλαδή φυτών που υπάρχουν αυτοφυή μόνο στην Κρήτη, όπως η μαλοτήρα (Sideritis syriaca) και ο δίκταμος (Origanum dictamnus). Γι' αυτό, αρκετοί ερευνητές της βοτανολογίας θεωρούν ότι αυτό το νησί είναι ένας παράδεισος βοτάνων. Ερευνητικά ιδρύματα της υπόλοιπης Ελλάδας αλλά και του εξωτερικού (Ελβετία, Γαλλία, Αμερική, Ιταλία) εκδηλώνουν ενδιαφέρον για τα βότανα της Κρήτης.

Ορισμένα από τα πιο γνωστά κρητικά βότανα και αρωματικά φυτά είναι ο δίκταμος, η μαλοτήρα, το φασκόμηλο, η μαντζουράνα, η ρίγανη, το θυμάρι το χαμομήλι, η δάφνη, η μέντα, το μάραθο και ο βασιλικός. Επίσης, αξίζει να αναφερθεί η ύπαρξη του Μουσείου Κρητικών Βοτάνων του Ινστιτούτου Θεολογίας και Οικολογίας στο Κολυμπάρι, 24 χλμ. από την πόλη των Χανίων.